Η Ρήνεια, η «μεγάλη αδελφή» της Δήλου, είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε έκταση, δέχεται όμως ελάχιστους επισκέπτες, αφού αποτελεί τη μοναδική επικράτεια του Δήμου Μυκόνου που έχει αντισταθεί σθεναρά στις επιρροές του έξω κόσμου.
Μόλις 25 λεπτά μακριά από τη Μύκονο και ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα μακριά από τη Δήλο, αυτό το πανέμορφο πεδινό νησί αποτελεί το τελευταίο προπύργιο ηρεμίας απέναντι στον τουριστικό οργασμό που χαρακτηρίζει τη γειτονική Μύκονο. Οι κανόνες που διέπουν την καθημερινότητα της Ρήνειας είναι απλοί και παραμένουν ίδιοι και απαράλλαχτοι από τότε που οι πιο παλιοί Μυκονιάτες θυμούνται τον εαυτό τους: Το νησί χωρίζεται σε 80 αγροτεμάχια, τα οποία μισθώθηκαν στους κατοίκους της Μυκόνου το 1844 έναντι συμβολικού τιμήματος, με σκοπό την ενθάρρυνση της αγροτικής δραστηριότητας, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιούσαν τη γη πολύ πριν αυτή περιέλθει επίσημα στην κατοχή τους.
Μόλις 25 λεπτά μακριά από τη Μύκονο και ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα μακριά από τη Δήλο, αυτό το πανέμορφο πεδινό νησί αποτελεί το τελευταίο προπύργιο ηρεμίας απέναντι στον τουριστικό οργασμό που χαρακτηρίζει τη γειτονική Μύκονο.
Η εγγύτητά της με τη Δήλο χάρισε στη Ρήνεια το χαϊδευτικό «Μεγάλη Δήλος», το οποίο χρησιμοποιούν αποκλειστικά οι ντόπιοι. Όπως και η μικρή της αδελφή, η Ρήνεια αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, ωστόσο οι ανασκαφές δεν έχουν αποκαλύψει αντίστοιχο πλούτο ευρημάτων, με αποτέλεσμα το αρχαιολογικό ενδιαφέρον να παραμένει επικεντρωμένο στη Δήλο.
Παρ’ όλα αυτά, η Ρήνεια παρουσιάζει ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης ήδη από την 5η χιλιετία π.Χ. Το 426/425 π.Χ., στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι επέβαλαν την κάθαρση στο νησί της Δήλου, αποφασίζοντας ότι κανείς δεν έπρεπε να γεννιέται ή να πεθαίνει σε αυτή την ιερή γη. Η απόφαση αυτή μετέτρεψε τη Ρήνεια σε μια απέραντη νεκρόπολη. Τα οστά των νεκρών ρίχτηκαν στον λεγόμενο Βόθρο Καθάρσεως, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 1898 από τον Δημήτριο Σταυρόπουλο, τον πρώτο Έφορο Αρχαιοτήτων Κυκλάδων. Μετά την Κάθαρση, οι έγκυες γυναίκες μεταφέρονταν από τη Δήλο στη Ρήνεια για να γεννήσουν, όπως και όσοι πλησίαζαν πλέον τη δύση της ζωής τους.
Ο Σταυρόπουλος ανακάλυψε εκατοντάδες αγγεία που κάλυπταν τέσσερις αιώνες ταφών, μεταξύ 8ου και 5ου αιώνα π.Χ., καθώς και πλήθος επιτύμβιων στηλών, ευρήματα που αποτέλεσαν την αρχική αφορμή για την ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυκόνου, ενός από τα παλαιότερα της χώρας. Δυστυχώς, όλοι οι τάφοι του νησιού είχαν συληθεί, καθώς η Ρήνεια λεηλατούνταν επί χρόνια, με αποτέλεσμα επιτύμβιες στήλες της να καταλήξουν σε διάφορα μουσεία ανά τον κόσμο, από τη Βερόνα μέχρι το Όσλο.
Σήμερα, το ευρύ κοινό μπορεί να επισκεφθεί το νησί μόνο μέσω οργανωμένων ημερήσιων εκδρομών, ενώ μόνο οι αγρότες και οι οικογένειές τους, καθώς και ελάχιστοι εκλεκτοί επισκέπτες, επιτρέπεται να επιβιβαστούν στο «βοϊδάδικο», το καΐκι που μεταφέρει τους τελευταίους βοσκούς της Μυκόνου και τα μικρά κοπάδια τους στη Ρήνεια για να βοσκήσουν, εκτελώντας δύο δρομολόγια την ημέρα.
Την άνοιξη, η Ρήνεια μετατρέπεται σε έναν ωκεανό πρασίνου με πιτσιλιές αγριολούλουδων και μικρά πέτρινα καλύβια – τα λεγόμενα κελιά, παραδοσιακά καταλύματα που προσέφεραν προσωρινό καταφύγιο στους κτηνοτρόφους. Αυτό το μικρό κομμάτι παραδείσου, δύο μικρές νησίδες ενωμένες με μια στενή λωρίδα γης, είναι το μοναδικό μέρος όπου μπορεί κανείς να βιώσει το μακρινό παρελθόν της Μυκόνου. Η μυρωδιά του θυμαριού και του δενδρολίβανου οξύνει αμέσως τις αισθήσεις, ενώ το θέαμα μιας τόσο παρθένας έκτασης τόσο κοντά σε ένα από τα πιο κοσμοπολίτικα νησιά του κόσμου είναι σχεδόν σοκαριστικό.
Η Ρήνεια δεν έχει καν οδοποιία, παρά μόνο λίγους χωματόδρομους και μονοπάτια, και οι μετακινήσεις γίνονται με τρακτέρ ή γαϊδούρια, αν και οι περισσότεροι βασίζονται στα πόδια τους. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, και τα μικρά κτίσματα εξυπηρετούνται αποκλειστικά από γεννήτριες ή ηλιακή ενέργεια για να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες. Κάθε επισκέπτης έχει τέσσερις μόνο ώρες για να περιποιηθεί το κτήμα του, να φροντίσει τα λαχανικά του και να ταΐσει τα πρόβατά του, καθώς το βοϊδάδικο δεν περιμένει για κανένα λόγο. Φεύγοντας από τη Ρήνεια, δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί πόσο ακόμη θα καταφέρει να αντισταθεί το γαλήνιο αυτό μέρος στην τουριστική ανάπτυξη – για την ώρα, πάντως, ο χρόνος μοιάζει να το έχει ξεχάσει εντελώς.
Η ιστορία μιας γυναικείας μούμιας του 4ου αιώνα μ.Χ., με αναλλοίωτη την καστανή κοτσίδα της και ένα χρυσοποίκιλτο μεταξωτό ύφασμα να τη συνοδεύει στο αιώνιο ταξίδι της, αποκαλύπτει ένα εύρημα εξαιρετικά σπάνιο για τον ελλαδικό χώρο.
Το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης αξίζει απόλυτα τη φήμη του ως ένα από τα σημαντικότερα δείγματα αρχαίας χαλκοπλαστικής – τίποτα δεν συγκρίνεται, ωστόσο, με την εμπειρία τού να το θαυμάσει κανείς από κοντά.
Το άγαλμα της Ιφιγένειας, μιας γυναικείας μορφής που τρέπεται σε φυγή, μπορεί να μην αποτελεί το πιο ξακουστό έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πυθαγορείου στη Σάμο, είναι όμως ένα σπάνιο δείγμα υβριδικής γλυπτικής που αξίζει να δείτε από κοντά.