Τι είναι το ακριβές αντίγραφο ενός αρχαιολογικού ευρήματος και γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει; Τι διαχωρίζει ένα καλό από ένα κακό αντίγραφο και τι το κάνει έργο τέχνης από μόνο του;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η έννοια του ακριβούς αντιγράφου – δηλαδή ενός αντιγράφου που καθρεφτίζει το πρωτότυπο και στην παραμικρή του λεπτομέρεια – δεν είναι καινούργια. Οι Ρωμαίοι αγάπησαν τα αντίγραφα όσο κανένας. Όταν κατέκτησαν την Ελλάδα και ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, και ήρθαν σε επαφή με την Ελληνιστική Τέχνη, συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να πάρουν τα πάντα μαζί τους, οπότε άρχισαν να τα αντιγράφουν, πλημμυρίζοντας την αγορά με εκμαγεία.
Χάρη στο άσβεστο πάθος τους, σήμερα διασώζονται αντίγραφα έργων που διαφορετικά θα είχαν χαθεί μέσα στους αιώνες εξαιτίας της επικρατέστατης επαναχρησιμοποίησης του χαλκού – που σημαίνει ότι πολλά χάλκινα αγάλματα λιώνονταν και το υλικό τους χρησιμοποιούνταν για το επόμενο αριστούργημα.
Κάθε ακριβές αντίγραφο κουβαλάει μέσα του το χρόνο: το χρόνο που του αφιέρωσε ο κάθε τεχνίτης και το μεράκι που έβαλε για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά και το χρόνο μιας άλλης εποχής. Κι αυτό είναι που το κάνει πραγματικά πολύτιμο.
Αλλά και στη νεότερη εποχή, τα ακριβή αντίγραφα αποδείχτηκαν απολύτως απαραίτητα. Όταν ιδρύθηκε το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το 1893, και άρχισαν να συρρέουν αρχαιότητες από κάθε γωνιά της Αττικής, η παραγωγή γύψινων καλουπιών επέτρεψε στους αρχαιολόγους να συναρμολογήσουν σωστά τα ευρήματα, ενώ ταυτόχρονα εξόπλισε και τη γυψοθήκη του Μουσείου.
«Υπάρχουν δύο παραδοσιακοί τρόποι που βγαίνει ένα εκμαγείο», λέει ο Θεόδωρος Καγιώργης, συντηρητής μαρμαρογλύπτης και εκμαγέας στην Υπηρεσία Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης. «Ο πρώτος είναι το γύψινο καλούπι και ο δεύτερος είναι το λαστιχένιο καλούπι». Η διαδικασία ξεκινάει πάντα από το πρωτότυπο μάρμαρο, απ’ όπου βγαίνει μία μήτρα, η οποία στη συνέχεια παράγει έναν συγκεκριμένο αριθμό κομματιών. «Το ακριβές αντίγραφο κρύβει πολλά μυστικά και τεχνικές. Πόσοι ξέρουν να κατασκευάζουν καλούπια πάνω στο πρωτότυπο; Ελάχιστοι. Είμαστε μετρημένοι στα δάχτυλα», λέει ο Βασίλης Λιόλιος, συντηρητής αρχαιοτήτων στα Εργαστήρια Παραγωγής Ακριβών Αντιγράφων του ΟΔΑΠ.
Στην πρώτη του μορφή, το αντίγραφο βγαίνει κατάλευκο, σαν το χιόνι, ταυτόχρονα όμως και άψυχο. Αυτοί που καλούνται να του δώσουν ψυχή είναι οι ζωγράφοι, που μιμούνται την πρωταρχική ύλη, αλλά και τη φθορά του χρόνου. Επιστρώσεις χρώματος, ρινίσματα σιδήρου και ώχρες είναι μερικά από τα μυστικά τους όπλα, αφού η πατίνα και οι ραφές είναι αυτά που διαχωρίζουν ένα ακριβές αντίγραφο από ένα κακέκτυπο.
Εύθραυστα αντικείμενα, όπως κεραμικά και γυαλιά, δεν έρχονται ποτέ σε επαφή με το χέρι του τεχνίτη, αφού σαρώνονται με 3D σκάνερ και χτίζονται ψηφιακά μοντέλα. Κάθε αντίγραφο, όμως, κουβαλάει μέσα του το χρόνο: το χρόνο που του αφιέρωσε ο κάθε τεχνίτης και το μεράκι που έβαλε για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά και το χρόνο μιας άλλης εποχής. Κι αυτό είναι που το κάνει πραγματικά πολύτιμο.
Το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης αξίζει απόλυτα τη φήμη του ως ένα από τα σημαντικότερα δείγματα αρχαίας χαλκοπλαστικής – τίποτα δεν συγκρίνεται, ωστόσο, με την εμπειρία τού να το θαυμάσει κανείς από κοντά.
Το άγαλμα της Ιφιγένειας, μιας γυναικείας μορφής που τρέπεται σε φυγή, μπορεί να μην αποτελεί το πιο ξακουστό έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πυθαγορείου στη Σάμο, είναι όμως ένα σπάνιο δείγμα υβριδικής γλυπτικής που αξίζει να δείτε από κοντά.
Λίγοι γνωρίζουν ότι τα περισσότερα αγάλματα που κατασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα ήταν χάλκινα. Ο χαλκός, όμως, ήταν ένα πολύτιμο υλικό που ζούσε πολλές ζωές και χρησιμοποιούνταν ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να μην έχουν σωθεί έως τις μέρες μας.