Το άγαλμα της Ιφιγένειας, μιας γυναικείας μορφής που τρέπεται σε φυγή, μπορεί να μην αποτελεί το πιο ξακουστό έκθεμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Πυθαγορείου στη Σάμο, είναι όμως ένα σπάνιο δείγμα υβριδικής γλυπτικής που αξίζει να δείτε από κοντά.
Αυτό το πανέμορφο μίγμα λευκού και μαύρου μαρμάρου – μια τεχνική που σπάνια θα συναντήσει κανείς τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και στη Ρώμη – αποτελεί μέρος ενός συμπλέγματος που παρίστανε την αρπαγή της Ιφιγένειας από τη θεά Άρτεμη, τη στιγμή που η νεαρή κόρη του Αγαμέμνονα θυσιάζεται προκειμένου να εξασφαλίσει ούριους ανέμους για το στόλο του πατέρα της, ο οποίος ανυπομονεί να αποπλεύσει για την Τροία.
Ο συνδυασμός λευκού και μαύρου μαρμάρου δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος στην αρχαιότητα, καθώς η εξόρυξη και η μεταφορά πολλαπλών τύπων μαρμάρου για την κατασκευή ενός και μόνο αγάλματος αύξανε το κόστος και τη δυσκολία του εγχειρήματος, περιορίζοντας οποιαδήποτε χρωματική διαφοροποίηση στον τελικό επιχρωματισμό.
Παρόλο που η κεφαλή του αγάλματος δεν σώζεται πια, η εκφραστικότητα του κορμού, που βρίσκεται σε πλήρη περιστροφή με τον αριστερό ώμο να παρασέρνει το υπόλοιπο σώμα σε μια ορμητική κίνηση – ενάντια, σχεδόν, στους νόμους της βαρύτητας – αποτελεί μια τρωτή έκφραση θηλυκότητας που όμοιά της δύσκολα θα συναντήσει κανείς. Το άγαλμα της Ιφιγένειας αποδίδει θαυμάσια την υφή του χιτώνα και τη διαφάνεια των μελών του νεαρού κοριτσιού, διαφοροποιώντας το ύφασμα από τα γυμνά της μέλη με λευκό και μαύρο μάρμαρο.
Η συγκεκριμένη πρακτική δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαιότητα, καθώς η εξόρυξη και η μεταφορά πολλαπλών τύπων μαρμάρου για την κατασκευή ενός και μόνο έργου αύξανε το κόστος και τη δυσκολία του εγχειρήματος, περιορίζοντας οποιαδήποτε χρωματική διαφοροποίηση στον τελικό επιχρωματισμό των αγαλμάτων.
Το γλυπτό που εκτίθεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πυθαγορείου, βρέθηκε στις ρωμαϊκές Θέρμες της Σάμου, οι οποίες ήταν πλούσια διακοσμημένες με αγάλματα, ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, και χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ.
Ο κολοσσιαίος Κούρος της Σάμου, ο οποίος υψώνεται στα 5 περίπου μέτρα (4,80 για την ακρίβεια), είναι ο μεγαλύτερος του είδους του που κατάφερε να επιβιώσει σχεδόν αρτιμελής έως τις μέρες μας.
Λίγοι γνωρίζουν ότι τα περισσότερα αγάλματα που κατασκευάζονταν στην αρχαία Ελλάδα ήταν χάλκινα. Ο χαλκός, όμως, ήταν ένα πολύτιμο υλικό που ζούσε πολλές ζωές και χρησιμοποιούνταν ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να μην έχουν σωθεί έως τις μέρες μας.
Ένα από τα πλέον εμβληματικά ευρήματα του μινωικού πολιτισμού παραμένει και ένα από τα πιο αινιγματικά, με μυριάδες θεωρίες να έχουν αποπειραθεί να αποκρυπτογραφήσουν το περιεχόμενό του.